μπρικολέγενο
•
- κουζινικάσυνώνυμο του λεγενόμπρικο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπρικολέγενο < μπρίκ(ι) + -ο- + λεγέν(ι) + -ο < οθωμανική τουρκική προέλευση και για τις δύο λέξεις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπρικολέγενο | μπρικολέγενα |
| Γενική | μπρικολέγενου | μπρικολέγενων |
| Αιτιατική | μπρικολέγενο | μπρικολέγενα |
| Κλητική | μπρικολέγενο | μπρικολέγενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →