μπριόζικος
•
- που έχει σχέση με τον μπριόζο ή αναφέρεται σ’ αυτόν, που είναι γεμάτος μπρίο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μπριόζικος < μπριόζ(ος) + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπριόζικος | μπριόζικη | μπριόζικο |
| Γενική | μπριόζικου | μπριόζικης | μπριόζικου |
| Αιτιατική | μπριόζικο | μπριόζικη | μπριόζικο |
| Κλητική | μπριόζικε | μπριόζικη | μπριόζικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μπριόζικοι | μπριόζικες | μπριόζικα |
| Γενική | μπριόζικων | μπριόζικων | μπριόζικων |
| Αιτιατική | μπριόζικους | μπριόζικες | μπριόζικα |
| Κλητική | μπριόζικοι | μπριόζικες | μπριόζικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →