Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπριόζικος

/bɾiˈo.zi.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον μπριόζο ή αναφέρεται σ’ αυτόν, που είναι γεμάτος μπρίο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπριόζικος < μπριόζ(ος) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπριόζικοςμπριόζικημπριόζικο
Γενικήμπριόζικουμπριόζικηςμπριόζικου
Αιτιατικήμπριόζικομπριόζικημπριόζικο
Κλητικήμπριόζικεμπριόζικημπριόζικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπριόζικοιμπριόζικεςμπριόζικα
Γενικήμπριόζικωνμπριόζικωνμπριόζικων
Αιτιατικήμπριόζικουςμπριόζικεςμπριόζικα
Κλητικήμπριόζικοιμπριόζικεςμπριόζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →