μπροστά
•
- τοπικό επίρρημαπρος την κατεύθυνση που κοιτάζει ο παρατηρητής Βικιλεξικό
- Μπροστά σου είναι το βιβλίο, δεν το βλέπεις;
- δηλώνει κίνηση προς τα εμπρός Βικιλεξικό
- Προχωρήστε μπροστά παρακαλώ!
- Όρμησε/έτρεξε μπροστά.
- προσδιορίζει κάποιον ή κάτι που βρίσκεται στην πρώτη σειρά ή θέση σε σχέση με τον ομιλητή Βικιλεξικό
- Μπροστά οι κοντοί και πίσω οι ψηλοί.
- Aπό μπροστά βλέπεις θάλασσα.
- μεταφορικάγια να δηλώσει αυτόν που ηγείται, που είναι αρχηγός ή πρωτοπόρος Βικιλεξικό
- πάντα μπροστά στους αγώνες
Ετυμολογία
μπροστά < εμπροστά < αρχαία ελληνική ἐμπρός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →