Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπόι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το ύψος, το ανάστημα, η κορμοστασιά Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, (1903) κεφάλαιο ΙΕ΄ @papadiamantis.org (ΙΕ στη Βικιθήκη)
    • Πότε ήτανε που σήκωνες το χεράκι σου στα ύψη τα δυσθεώρητα για να συναντήσεις το δικό μου; Πότε που χτύπαγες με πείσμα το ποδαράκι σου κι εγώ έβαζα τα γέλια; Φτάσε πρώτα το ένα μέτρο μπόι και μετά να μου κάνεις εμένα ταρζανιές!» (Έλενα Ακρίτα, Χτυποκάρδια στο κρανίο, εκδ. Καστανιώτη, 2011)

Ετυμολογία

μπόι < (άμεσο δάνειο) τουρκική boy (ύψος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπόιμπόγια
Γενικήμπογιούμπογιών
Αιτιατικήμπόιμπόγια
Κλητικήμπόιμπόγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →