Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπόλια

/ˈbo.ʎa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λαϊκότροποκεφαλομάντιλο Βικιλεξικό
    • καὶ οἱ μπόλιες μεταξένιες καὶ τὰ πιᾶτα φιρφιρένια , τὰ κουτάλια ἀσημένια, τὰ περούνια ἀτσαλένια, τὰ μαχαίρια μεταλλένια, τὰ ποτήρια κρουσταλλένια καὶ τὰ χέρια ποῦ τὴ στρώνουν μαργαριταρένια (Εὐστ . Γ . Πολίτου , Ο γάμος ἐν Λευκάδι, σελ. 317 στο Λαογραφία, Δελτίον της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας, τόμος Α΄, τύποις Σακελλαρίου, 1909 https://www.google.gr/books/edition/Laographia/ES4wAQAAMAAJ?hl=en&gbpv=1)
  2. λαϊκότροποπεριτόναιο σφάγιων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπόλια < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μπόλια < βενετική imboglia : Δε σχετίζεται το μπόλι.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπόλιαμπόλιες
Γενικήμπόλιας—
Αιτιατικήμπόλιαμπόλιες
Κλητικήμπόλιαμπόλιες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →