Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπόλικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρκετός, άφθονος Βικιλεξικό
    • Το μεσημέρι έμειναν μόνοι. Η Λουστρινιώ τους έφτιαξε φρουτάλια με σίγλινα, από τα πεσκέσια. Ο πατέρας έφαγε μπόλικα, με όρεξη - υπήρχε φαγητό. (Μ. Καραγάτσης, Άμρι α Μούγκου, Βιβλιοπωλείο της Εστίας Κολλάρου, 1954, σελ. 37)
    • Του είπα την ταρίφα και μετά του 'φτιαξα καφέ. Ελληνικό, στο χοντρό φλιτζάνι, να μείνει μπόλικος ντελβές όταν το αναποδογυρίσω. Τον ήπιε λες και έπινε κάτουρο. Μετά ζήτησα να δω την παλάμη του. (Κώστας Ακρίβος, Τελευταία νέα από την Ιθάκη, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
  2. για ενδύματαευρύχωρος, φαρδύς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μπόλικος < (άμεσο δάνειο) τουρκική bol + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπόλικοςμπόλικημπόλικο
Γενικήμπόλικουμπόλικηςμπόλικου
Αιτιατικήμπόλικομπόλικημπόλικο
Κλητικήμπόλικεμπόλικημπόλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμπόλικοιμπόλικεςμπόλικα
Γενικήμπόλικωνμπόλικωνμπόλικων
Αιτιατικήμπόλικουςμπόλικεςμπόλικα
Κλητικήμπόλικοιμπόλικεςμπόλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →