Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μπόρα

/ˈbo.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μετεωρολογίαη ξαφνική έντονη βροχή με μικρή διάρκεια, ξαφνική βροχόπτωση ισχυρή ή και καταρρακτώδης Βικιλεξικό
    • Τα μουσκεμμένα τα φυτά με τα μεγάλα φύλλα / Χαίρονται σαν άνθρωποι και πίνουν διψασμένα / Οι μπανανιές τα μπαομπάμπ οι λιάνες τα δενδρύλια / Την μπόρα υποδέχονται σαν νάταν σωτηρία (Νάνος Βαλαωρίτης, Ο έγχρωμος στυλογράφος, εκδόσεις Δωδώνη 1986, σελ. 110)
  2. μετεωρολογίαη καταιγίδα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάοι άσχημες περιστάσεις στη ζωή Βικιλεξικό
  4. άνεμοςστην έκφραση «άνεμος τύπου μπόρα (bora)»: καταβάτης άνεμος που φέρει ψυχρό ρεύμα αέρα Βικιλεξικό
    • […] ξηρός άνεμος που ονομάζεται Φέν (Foehn). […] πνέουν ∆ και Ν∆ άνεμοι (Λίβας). […] Βέβαια υπάρχουν και άλλοι τοπικοί χαρακτηριστικοί άνεμοι σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας και του κόσμου, όπως οι Eτησίες (Etesians) (είναι τα γνωστά μελτέμια που όταν πνέουν πριν από τον Ιούλιο λέγονται «Πρόδρομοι», ενώ μετά τα μέσα Σεπτεμβρίου «Μετόπωροι»), ο Μπόρα (Bora), ο Μιστράλ (Mistral), ο Βαρδάρης, ο Σιρόκος (Scirocco), ο Σιμούν (Simoon), ο Λεβάντερ (Levanter), ο Λεβάντε (Levante), ο Βενταβάλ (Vendaval), o Λιμπέτσο (Libeccio), ο Παμπέρο, (Pampero), ο Χαμσίν (Chamsin), ο Γκρεγκάλ (Gregale), o Xαρμάταν (Harmattan), κ.α.

Ετυμολογία

μπόρα < (άμεσο δάνειο) βενετική bora (ιταλικά boread) < λατινική Boreas < αρχαία ελληνική Βορέας (αντιδάνειο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμπόραμπόρες
Γενικήμπόρας—
Αιτιατικήμπόραμπόρες
Κλητικήμπόραμπόρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →