μπότζι
•
- ναυτικός όροςη ταλάντευση πλοίου κατά τον εγκάρσιο άξονα λόγω τρικυμίας Βικιλεξικό
- (Χρειάζεται διευκρίνιση, αν είναι ελαφρά ταλάντωση (μποτζάρισμα))
Ετυμολογία
μπότζι < μπότζια < ιταλική poggia < υστερολατινική podia < ελληνιστική κοινή ποδία (αντιδάνειο) < πόδιον < αρχαία ελληνική πούς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπότζι | — |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | μπότζι | — |
| Κλητική | μπότζι | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →