μπόχα
•
- λαϊκόπολύ έντονη και δυσάρεστη μυρωδιά Βικιλεξικό
- Βγαίνει μια αφόρητη μπόχα από τον βόθρο.
Ετυμολογία
μπόχα < αβέβαιης ετυμολογίας : Κάποιες προτάσεις είναι: # από έναν αμάρτυρο *πόχα με ηχηροποίηση του αρχικού p/ > [b] από συμπροφορά με το άρθρο στην αιτιατική [tin-p > timb > tim-b] < *απόχα με αποβολή του αρχικού [a] από συμπροφορά με το αόριστο άρθρο και ανασυλλαβισμό [mia-ap > miap > mi-ap] < ελληνιστική κοινή ἀποχ(ύνω) (χύνω, αναδίδω) + -α (αναδρομικός σχηματισμός) # κατ᾿ άλλους < μπούφφα < υπ-όμφα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μπόχα | μπόχες |
| Γενική | μπόχας | — |
| Αιτιατική | μπόχα | μπόχες |
| Κλητική | μπόχα | μπόχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →