μυγιάζομαι
•
- κυριολεκτικάενοχλούμαι από μύγες (συνήθως για ζώα) Βικιλεξικό
- μεταφορικάθίγομαι με την παραμικρή αφορμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυγιάζομαι < μύγα + -ιάζομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μυγιάζομαι | μυγιάζεσαι | μυγιάζεται | μυγιαζόμαστε | μυγιάζεστε | μυγιάζονται |
| Παρατατικός | μυγιαζόμουν / μυγιαζόμουνα | μυγιαζόσουν / μυγιαζόσουνα | μυγιαζόταν / μυγιαζότανε | μυγιαζόμασταν / μυγιαζόμαστε | μυγιαζόσασταν / μυγιαζόσαστε | μυγιάζονταν / μυγιαζόντουσαν |
| Αόριστος | μυγιάστηκα | μυγιάστηκες | μυγιάστηκε | μυγιαστήκαμε | μυγιαστήκατε | μυγιάστηκαν / μυγιαστήκαν / μυγιαστήκανε |
| Μέλλοντας | θα μυγιάζομαι / θα μυγιαστώ | θα μυγιάζεσαι / θα μυγιαστείς | θα μυγιάζεται / θα μυγιαστεί | θα μυγιαζόμαστε / θα μυγιαστούμε | θα μυγιάζεστε / θα μυγιαστείτε | θα μυγιάζονται / θα μυγιαστούν / θα μυγιαστούνε |
| Παρακείμενος | έχω μυγιαστεί | έχεις μυγιαστεί | έχει μυγιαστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μυγιαστεί | είχες μυγιαστεί | είχε μυγιαστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μυγιαστεί / να μυγιάζομαι / να μυγιαστώ | να έχεις μυγιαστεί / να μυγιάζεσαι / να μυγιαστείς | να έχει μυγιαστεί / να μυγιάζεται / να μυγιαστεί | να μυγιαζόμαστε / να μυγιαστούμε | να μυγιάζεστε / να μυγιαστείτε | να μυγιάζονται / να μυγιαστούν / να μυγιαστούνε |
| Προστακτική | — | μυγιάζου / μυγιάσου | — | — | μυγιάζεστε / μυγιαστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →