μυγόχεσμα
•
- λαϊκότροποπερίττωμα από μύγα Βικιλεξικό
- μεταφορικάασήμαντο άτομο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυγόχεσμα < μύγ(α) + -ό- + (χέζω), χεσ- + -μα όπως και στο ξέχεσμα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μυγόχεσμα | μυγοχέσματα |
| Γενική | μυγοχέσματος | μυγοχεσμάτων |
| Αιτιατική | μυγόχεσμα | μυγοχέσματα |
| Κλητική | μυγόχεσμα | μυγοχέσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →