μυδράλιο
•
- το βλήμα πολυβόλου Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςτο πολυβόλο, το πυροβόλο όπλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυδράλιο < (καθαρεύουσα), αρχικά ως πρώτο συνθετικό μυδραλιο-, μυδράλ(λ)ιον, λόγιο δάνειο από τη γαλλική mitraille < παλαιά γαλλικά mite (ορειχάλκινο νόμισμα, 18ος αιώνας: βλήμα κανονιού) με παρετυμολογική επίδραση της λέξης μύδρος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μυδράλιο | μυδράλια |
| Γενική | μυδράλιου | μυδράλιων |
| Αιτιατική | μυδράλιο | μυδράλια |
| Κλητική | μυδράλιο | μυδράλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →