μυελικός
•
- που έχει σχέση με τον μυελό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυελικός < μυελός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μυελικός | μυελική | μυελικό |
| Γενική | μυελικού | μυελικής | μυελικού |
| Αιτιατική | μυελικό | μυελική | μυελικό |
| Κλητική | μυελικέ | μυελική | μυελικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μυελικοί | μυελικές | μυελικά |
| Γενική | μυελικών | μυελικών | μυελικών |
| Αιτιατική | μυελικούς | μυελικές | μυελικά |
| Κλητική | μυελικοί | μυελικές | μυελικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →