Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μυελικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον μυελό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μυελικός < μυελός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμυελικόςμυελικήμυελικό
Γενικήμυελικούμυελικήςμυελικού
Αιτιατικήμυελικόμυελικήμυελικό
Κλητικήμυελικέμυελικήμυελικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμυελικοίμυελικέςμυελικά
Γενικήμυελικώνμυελικώνμυελικών
Αιτιατικήμυελικούςμυελικέςμυελικά
Κλητικήμυελικοίμυελικέςμυελικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →