μυθιστοριογραφώ
•
- είμαι μυθιστοριογράφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυθιστοριογραφώ < μυθιστοριογράφος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μυθιστοριογραφώ | μυθιστοριογραφείς | μυθιστοριογραφεί | μυθιστοριογραφούμε | μυθιστοριογραφείτε | μυθιστοριογραφούν / μυθιστοριογραφούνε |
| Παρατατικός | μυθιστοριογραφούσα | μυθιστοριογραφούσες | μυθιστοριογραφούσε | μυθιστοριογραφούσαμε | μυθιστοριογραφούσατε | μυθιστοριογραφούσαν / μυθιστοριογραφούσανε |
| Αόριστος | μυθιστοριογράφησα | μυθιστοριογράφησες | μυθιστοριογράφησε | μυθιστοριογραφήσαμε | μυθιστοριογραφήσατε | μυθιστοριογράφησαν / μυθιστοριογραφήσαν / μυθιστοριογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα μυθιστοριογραφήσω / θα μυθιστοριογραφώ | θα μυθιστοριογραφήσεις / θα μυθιστοριογραφείς | θα μυθιστοριογραφήσει / θα μυθιστοριογραφεί | θα μυθιστοριογραφήσουμε / θα μυθιστοριογραφούμε | θα μυθιστοριογραφήσετε / θα μυθιστοριογραφείτε | θα μυθιστοριογραφήσουν / θα μυθιστοριογραφήσουνε / θα μυθιστοριογραφούν / θα μυθιστοριογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω μυθιστοριογραφήσει | έχεις μυθιστοριογραφήσει | έχει μυθιστοριογραφήσει | έχουμε μυθιστοριογραφήσει | έχετε μυθιστοριογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μυθιστοριογραφήσει | είχες μυθιστοριογραφήσει | είχε μυθιστοριογραφήσει | είχαμε μυθιστοριογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μυθιστοριογραφήσει / να μυθιστοριογραφήσω / να μυθιστοριογραφώ | να έχεις μυθιστοριογραφήσει / να μυθιστοριογραφήσεις / να μυθιστοριογραφείς | να έχει μυθιστοριογραφήσει / να μυθιστοριογραφήσει / να μυθιστοριογραφεί | να έχουμε μυθιστοριογραφήσει / να μυθιστοριογραφήσουμε / να μυθιστοριογραφούμε | να έχετε μυθιστοριογραφήσει / να μυθιστοριογραφήσετε / να μυθιστοριογραφείτε | να μυθιστοριογραφήσουν / να μυθιστοριογραφήσουνε / να μυθιστοριογραφούν / να μυθιστοριογραφούνε |
| Προστακτική | — | μυθιστοριογράφει / μυθιστοριογράφησε | — | — | μυθιστοριογραφήστε / μυθιστοριογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →