μυθογραφώ
•
- ασχολούμαι με τη μυθογραφία, είμαι μυθογράφος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυθογραφώ < ελληνιστική κοινή μυθογραφέω / μυθογραφῶ < μυθογράφος < αρχαία ελληνική μῦθος + γράφω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μυθογραφώ | μυθογραφείς | μυθογραφεί | μυθογραφούμε | μυθογραφείτε | μυθογραφούν / μυθογραφούνε |
| Παρατατικός | μυθογραφούσα | μυθογραφούσες | μυθογραφούσε | μυθογραφούσαμε | μυθογραφούσατε | μυθογραφούσαν / μυθογραφούσανε |
| Αόριστος | μυθογράφησα | μυθογράφησες | μυθογράφησε | μυθογραφήσαμε | μυθογραφήσατε | μυθογράφησαν / μυθογραφήσαν / μυθογραφήσανε |
| Μέλλοντας | θα μυθογραφήσω / θα μυθογραφώ | θα μυθογραφήσεις / θα μυθογραφείς | θα μυθογραφήσει / θα μυθογραφεί | θα μυθογραφήσουμε / θα μυθογραφούμε | θα μυθογραφήσετε / θα μυθογραφείτε | θα μυθογραφήσουν / θα μυθογραφήσουνε / θα μυθογραφούν / θα μυθογραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω μυθογραφήσει | έχεις μυθογραφήσει | έχει μυθογραφήσει | έχουμε μυθογραφήσει | έχετε μυθογραφήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μυθογραφήσει | είχες μυθογραφήσει | είχε μυθογραφήσει | είχαμε μυθογραφήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μυθογραφήσει / να μυθογραφήσω / να μυθογραφώ | να έχεις μυθογραφήσει / να μυθογραφήσεις / να μυθογραφείς | να έχει μυθογραφήσει / να μυθογραφήσει / να μυθογραφεί | να έχουμε μυθογραφήσει / να μυθογραφήσουμε / να μυθογραφούμε | να έχετε μυθογραφήσει / να μυθογραφήσετε / να μυθογραφείτε | να μυθογραφήσουν / να μυθογραφήσουνε / να μυθογραφούν / να μυθογραφούνε |
| Προστακτική | — | μυθογράφει / μυθογράφησε | — | — | μυθογραφήστε / μυθογραφείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →