Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μυθογραφώ

ρήμα
•
  1. ασχολούμαι με τη μυθογραφία, είμαι μυθογράφος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μυθογραφώ < ελληνιστική κοινή μυθογραφέω / μυθογραφῶ < μυθογράφος < αρχαία ελληνική μῦθος + γράφω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμυθογραφώμυθογραφείςμυθογραφείμυθογραφούμεμυθογραφείτεμυθογραφούν / μυθογραφούνε
Παρατατικόςμυθογραφούσαμυθογραφούσεςμυθογραφούσεμυθογραφούσαμεμυθογραφούσατεμυθογραφούσαν / μυθογραφούσανε
Αόριστοςμυθογράφησαμυθογράφησεςμυθογράφησεμυθογραφήσαμεμυθογραφήσατεμυθογράφησαν / μυθογραφήσαν / μυθογραφήσανε
Μέλλονταςθα μυθογραφήσω / θα μυθογραφώθα μυθογραφήσεις / θα μυθογραφείςθα μυθογραφήσει / θα μυθογραφείθα μυθογραφήσουμε / θα μυθογραφούμεθα μυθογραφήσετε / θα μυθογραφείτεθα μυθογραφήσουν / θα μυθογραφήσουνε / θα μυθογραφούν / θα μυθογραφούνε
Παρακείμενοςέχω μυθογραφήσειέχεις μυθογραφήσειέχει μυθογραφήσειέχουμε μυθογραφήσειέχετε μυθογραφήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μυθογραφήσειείχες μυθογραφήσειείχε μυθογραφήσειείχαμε μυθογραφήσει——
Υποτακτικήνα έχω μυθογραφήσει / να μυθογραφήσω / να μυθογραφώνα έχεις μυθογραφήσει / να μυθογραφήσεις / να μυθογραφείςνα έχει μυθογραφήσει / να μυθογραφήσει / να μυθογραφείνα έχουμε μυθογραφήσει / να μυθογραφήσουμε / να μυθογραφούμενα έχετε μυθογραφήσει / να μυθογραφήσετε / να μυθογραφείτενα μυθογραφήσουν / να μυθογραφήσουνε / να μυθογραφούν / να μυθογραφούνε
Προστακτική—μυθογράφει / μυθογράφησε——μυθογραφήστε / μυθογραφείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →