Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μυθολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη μυθολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μυθολογικός < αρχαία ελληνική μυθολογικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμυθολογικόςμυθολογικήμυθολογικό
Γενικήμυθολογικούμυθολογικήςμυθολογικού
Αιτιατικήμυθολογικόμυθολογικήμυθολογικό
Κλητικήμυθολογικέμυθολογικήμυθολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμυθολογικοίμυθολογικέςμυθολογικά
Γενικήμυθολογικώνμυθολογικώνμυθολογικών
Αιτιατικήμυθολογικούςμυθολογικέςμυθολογικά
Κλητικήμυθολογικοίμυθολογικέςμυθολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →