μυθολογώ
•
- διηγούμαι μύθους Βικιλεξικό
- έχω ως επαγγελματική ενασχόληση τη μυθολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυθολογώ < αρχαία ελληνική μυθολογέω / μυθολογῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μυθολογώ | μυθολογείς | μυθολογεί | μυθολογούμε | μυθολογείτε | μυθολογούν / μυθολογούνε |
| Παρατατικός | μυθολογούσα | μυθολογούσες | μυθολογούσε | μυθολογούσαμε | μυθολογούσατε | μυθολογούσαν / μυθολογούσανε |
| Αόριστος | μυθολόγησα | μυθολόγησες | μυθολόγησε | μυθολογήσαμε | μυθολογήσατε | μυθολογήσαν / μυθολογήσανε / μυθολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα μυθολογήσω / θα μυθολογώ | θα μυθολογήσεις / θα μυθολογείς | θα μυθολογήσει / θα μυθολογεί | θα μυθολογήσουμε / θα μυθολογούμε | θα μυθολογήσετε / θα μυθολογείτε | θα μυθολογήσουν / θα μυθολογήσουνε / θα μυθολογούν / θα μυθολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω μυθολογήσει | έχεις μυθολογήσει | έχει μυθολογήσει | έχουμε μυθολογήσει | έχετε μυθολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μυθολογήσει | είχες μυθολογήσει | είχε μυθολογήσει | είχαμε μυθολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μυθολογήσει / να μυθολογήσω / να μυθολογώ | να έχεις μυθολογήσει / να μυθολογήσεις / να μυθολογείς | να έχει μυθολογήσει / να μυθολογήσει / να μυθολογεί | να έχουμε μυθολογήσει / να μυθολογήσουμε / να μυθολογούμε | να έχετε μυθολογήσει / να μυθολογήσετε / να μυθολογείτε | να μυθολογήσουν / να μυθολογήσουνε / να μυθολογούν / να μυθολογούνε |
| Προστακτική | — | μυθολόγει / μυθολόγησε | — | — | μυθολογήστε / μυθολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →