Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μυθολογώ

ρήμα
•
  1. διηγούμαι μύθους Βικιλεξικό
  2. έχω ως επαγγελματική ενασχόληση τη μυθολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μυθολογώ < αρχαία ελληνική μυθολογέω / μυθολογῶ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςμυθολογώμυθολογείςμυθολογείμυθολογούμεμυθολογείτεμυθολογούν / μυθολογούνε
Παρατατικόςμυθολογούσαμυθολογούσεςμυθολογούσεμυθολογούσαμεμυθολογούσατεμυθολογούσαν / μυθολογούσανε
Αόριστοςμυθολόγησαμυθολόγησεςμυθολόγησεμυθολογήσαμεμυθολογήσατεμυθολογήσαν / μυθολογήσανε / μυθολόγησαν
Μέλλονταςθα μυθολογήσω / θα μυθολογώθα μυθολογήσεις / θα μυθολογείςθα μυθολογήσει / θα μυθολογείθα μυθολογήσουμε / θα μυθολογούμεθα μυθολογήσετε / θα μυθολογείτεθα μυθολογήσουν / θα μυθολογήσουνε / θα μυθολογούν / θα μυθολογούνε
Παρακείμενοςέχω μυθολογήσειέχεις μυθολογήσειέχει μυθολογήσειέχουμε μυθολογήσειέχετε μυθολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα μυθολογήσειείχες μυθολογήσειείχε μυθολογήσειείχαμε μυθολογήσει——
Υποτακτικήνα έχω μυθολογήσει / να μυθολογήσω / να μυθολογώνα έχεις μυθολογήσει / να μυθολογήσεις / να μυθολογείςνα έχει μυθολογήσει / να μυθολογήσει / να μυθολογείνα έχουμε μυθολογήσει / να μυθολογήσουμε / να μυθολογούμενα έχετε μυθολογήσει / να μυθολογήσετε / να μυθολογείτενα μυθολογήσουν / να μυθολογήσουνε / να μυθολογούν / να μυθολογούνε
Προστακτική—μυθολόγει / μυθολόγησε——μυθολογήστε / μυθολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →