μυκητίαση
•
- ιατρικήνόσος που προκαλείται από παθογόνους μύκητες, μυκητική λοίμωξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυκητίαση < μύκητ(ας) + -ίαση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μυκητίαση | μυκητιάσεις |
| Γενική | μυκητίασης | μυκητιάσεων |
| Αιτιατική | μυκητίαση | μυκητιάσεις |
| Κλητική | μυκητίαση | μυκητιάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →