μυλότοπος
•
- τόπος που παρουσιάζει ιδανικές συνθήκες για δημιουργία / λειτουργία μύλου (ανεμόμυλου ή υδρόμυλου / νερόμυλου) Βικιλεξικό
- τόπος με εγκατεστημένους πολλούς μύλους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυλότοπος < μεσαιωνική ελληνική μυλοτόπιον < ελληνιστική κοινή μύλος < αρχαία ελληνική μύλη + αρχαία ελληνική τόπος. Μορφολογικά αναλύεται σε μύλ(ος) + -ό- + -τοπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μυλότοπος | μυλότοποι |
| Γενική | μυλοτόπου / μυλότοπου | μυλοτόπων / μυλότοπων |
| Αιτιατική | μυλότοπο | μυλοτόπους / μυλότοπους |
| Κλητική | μυλότοπε | μυλότοποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →