μυξιάζω
•
- έχω μύξες στη μύτη μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυξιάζω < ελληνιστική κοινή μυξάζω < αρχαία ελληνική μύξα < μύσσομαι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μυξιάζω | μυξιάζεις | μυξιάζει | μυξιάζουμε | μυξιάζετε | μυξιάζουν / μυξιάζουνε |
| Παρατατικός | μύξιαζα | μύξιαζες | μύξιαζε | μυξιάζαμε | μυξιάζατε | μυξιάζαν / μυξιάζανε / μύξιαζαν |
| Αόριστος | μύξιασα | μύξιασες | μύξιασε | μυξιάσαμε | μυξιάσατε | μυξιάσαν / μυξιάσανε / μύξιασαν |
| Μέλλοντας | θα μυξιάζω / θα μυξιάσω | θα μυξιάζεις / θα μυξιάσεις | θα μυξιάζει / θα μυξιάσει | θα μυξιάζουμε / θα μυξιάσουμε | θα μυξιάζετε / θα μυξιάσετε | θα μυξιάζουν / θα μυξιάζουνε / θα μυξιάσουν / θα μυξιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μυξιάσει | έχεις μυξιάσει | έχει μυξιάσει | έχουμε μυξιάσει | έχετε μυξιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μυξιάσει | είχες μυξιάσει | είχε μυξιάσει | είχαμε μυξιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μυξιάσει / να μυξιάζω / να μυξιάσω | να έχεις μυξιάσει / να μυξιάζεις / να μυξιάσεις | να έχει μυξιάσει / να μυξιάζει / να μυξιάσει | να έχουμε μυξιάσει / να μυξιάζουμε / να μυξιάσουμε | να έχετε μυξιάσει / να μυξιάζετε / να μυξιάσετε | να μυξιάζουν / να μυξιάζουνε / να μυξιάσουν / να μυξιάσουνε |
| Προστακτική | — | μύξιαζε / μύξιασε | — | — | μυξιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μυξιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →