μυριάζω
•
- αυξάνομαι σε μύριους Βικιλεξικό
- γενικότεραπληθαίνω, γίνομαι πολυπληθέστατος Βικιλεξικό
- θα σε ρωτήσω, πεθερά, θα σε ρωτήσω, η μάννα, το τίνος είν’ τα πρόβατα ταργυροκουδουνάτα, πού χίλιασαν και μύριασαν και γέμισαν οι ράχαις; —Δικά μας είναι, νύφη μου, δικά μας, μαυρομάτα.
Ετυμολογία
μυριάζω < μύρι(οι) + -άζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μυριάζω | μυριάζεις | μυριάζει | μυριάζουμε | μυριάζετε | μυριάζουν / μυριάζουνε |
| Παρατατικός | μύριαζα | μύριαζες | μύριαζε | μυριάζαμε | μυριάζατε | μυριάζαν / μυριάζανε / μύριαζαν |
| Αόριστος | μύριασα | μύριασες | μύριασε | μυριάσαμε | μυριάσατε | μυριάσαν / μυριάσανε / μύριασαν |
| Μέλλοντας | θα μυριάζω / θα μυριάσω | θα μυριάζεις / θα μυριάσεις | θα μυριάζει / θα μυριάσει | θα μυριάζουμε / θα μυριάσουμε | θα μυριάζετε / θα μυριάσετε | θα μυριάζουν / θα μυριάζουνε / θα μυριάσουν / θα μυριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μυριάσει | έχεις μυριάσει | έχει μυριάσει | έχουμε μυριάσει | έχετε μυριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μυριάσει | είχες μυριάσει | είχε μυριάσει | είχαμε μυριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μυριάσει / να μυριάζω / να μυριάσω | να έχεις μυριάσει / να μυριάζεις / να μυριάσεις | να έχει μυριάσει / να μυριάζει / να μυριάσει | να έχουμε μυριάσει / να μυριάζουμε / να μυριάσουμε | να έχετε μυριάσει / να μυριάζετε / να μυριάσετε | να μυριάζουν / να μυριάζουνε / να μυριάσουν / να μυριάσουνε |
| Προστακτική | — | μύριαζε / μύριασε | — | — | μυριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μυριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →