μυρμηγκιά
•
- η μυρμηγκοφωλιά και το σύνολο των μυρμηγκιών που ζουν σε αυτή Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεγάλο πλήθος κόσμου Βικιλεξικό
- καλοήθες ιογενές εξόγκωμα που προκαλείται στα ανώτερα στρώματα της επιδερμίδας και μεταδίδεται με την επαφή. Ο ιός ανήκει στην οικογένεια των ιών που ονομάζονται HPV human pappillomavirus. Οι μυρμηγκιές συνήθως έχουν το χρώμα του δέρματος και είναι άγριες στην υφή τους. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας τη μυρμηγκιά την απαντούμε και ως καρναβίτσα, μπασδραβίτσα, γαρδαβίτσα κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυρμηγκιά < μυρμήγκι + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μυρμηγκιά | μυρμηγκιές |
| Γενική | μυρμηγκιάς | μυρμηγκιών |
| Αιτιατική | μυρμηγκιά | μυρμηγκιές |
| Κλητική | μυρμηγκιά | μυρμηγκιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →