μυρμηγκιάζω
•
- μοιάζω σαν τα μυρμήγκια (ως πλήθος ή κίνηση) Βικιλεξικό
- νιώθω μυρμήγκιασμα, μούδιασμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυρμηγκιάζω < (ελληνιστική κοινή) μυρμηκιῶ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μυρμηγκιάζω | μυρμηγκιάζεις | μυρμηγκιάζει | μυρμηγκιάζουμε | μυρμηγκιάζετε | μυρμηγκιάζουν / μυρμηγκιάζουνε |
| Παρατατικός | μυρμήγκιαζα | μυρμήγκιαζες | μυρμήγκιαζε | μυρμηγκιάζαμε | μυρμηγκιάζατε | μυρμήγκιαζαν / μυρμηγκιάζαν / μυρμηγκιάζανε |
| Αόριστος | μυρμήγκιασα | μυρμήγκιασες | μυρμήγκιασε | μυρμηγκιάσαμε | μυρμηγκιάσατε | μυρμήγκιασαν / μυρμηγκιάσαν / μυρμηγκιάσανε |
| Μέλλοντας | θα μυρμηγκιάζω / θα μυρμηγκιάσω | θα μυρμηγκιάζεις / θα μυρμηγκιάσεις | θα μυρμηγκιάζει / θα μυρμηγκιάσει | θα μυρμηγκιάζουμε / θα μυρμηγκιάσουμε | θα μυρμηγκιάζετε / θα μυρμηγκιάσετε | θα μυρμηγκιάζουν / θα μυρμηγκιάζουνε / θα μυρμηγκιάσουν / θα μυρμηγκιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μυρμηγκιάσει | έχεις μυρμηγκιάσει | έχει μυρμηγκιάσει | έχουμε μυρμηγκιάσει | έχετε μυρμηγκιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μυρμηγκιάσει | είχες μυρμηγκιάσει | είχε μυρμηγκιάσει | είχαμε μυρμηγκιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μυρμηγκιάσει / να μυρμηγκιάζω / να μυρμηγκιάσω | να έχεις μυρμηγκιάσει / να μυρμηγκιάζεις / να μυρμηγκιάσεις | να έχει μυρμηγκιάσει / να μυρμηγκιάζει / να μυρμηγκιάσει | να έχουμε μυρμηγκιάσει / να μυρμηγκιάζουμε / να μυρμηγκιάσουμε | να έχετε μυρμηγκιάσει / να μυρμηγκιάζετε / να μυρμηγκιάσετε | να μυρμηγκιάζουν / να μυρμηγκιάζουνε / να μυρμηγκιάσουν / να μυρμηγκιάσουνε |
| Προστακτική | — | μυρμήγκιαζε / μυρμήγκιασε | — | — | μυρμηγκιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
μυρμηγκιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →