μυρμηγκότρυπα
•
- η μυρμηγκοφωλιά Βικιλεξικό
- Κύλησε μια νύχτα με μυρμήγκια πολύχρωμα, με μυρμηγκοφάγους και μυρμηγκότρυπες που κατέληγαν σε βάθη ερεβώδη. (Γιάννης Ξανθούλης (2012), Ο γιος του δάσκαλου [μυθιστόρημα])
Ετυμολογία
μυρμηγκότρυπα < μυρμήγκ(ι) + -ό- + τρύπα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μυρμηγκότρυπα | μυρμηγκότρυπες |
| Γενική | μυρμηγκότρυπας | μυρμηγκότρυπων |
| Αιτιατική | μυρμηγκότρυπα | μυρμηγκότρυπες |
| Κλητική | μυρμηγκότρυπα | μυρμηγκότρυπες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →