μυρώνω
•
- ρίχνω μύρο ή αλείφω κάτι με μύρο Βικιλεξικό
- λογοτεχνικόευωδιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυρώνω < αρχαία ελληνική μυρόω + -ώνω < μύρον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μυρώνω | μυρώνεις | μυρώνει | μυρώνουμε | μυρώνετε | μυρώνουν / μυρώνουνε |
| Παρατατικός | μύρωνα | μύρωνες | μύρωνε | μυρώναμε | μυρώνατε | μυρώναν / μυρώνανε / μύρωναν |
| Αόριστος | μύρωσα | μύρωσες | μύρωσε | μυρώσαμε | μυρώσατε | μυρώσαν / μυρώσανε / μύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα μυρώνω / θα μυρώσω | θα μυρώνεις / θα μυρώσεις | θα μυρώνει / θα μυρώσει | θα μυρώνουμε / θα μυρώσουμε | θα μυρώνετε / θα μυρώσετε | θα μυρώνουν / θα μυρώνουνε / θα μυρώσουν / θα μυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω μυρώσει | έχεις μυρώσει | έχει μυρώσει | έχουμε μυρώσει | έχετε μυρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μυρώσει | είχες μυρώσει | είχε μυρώσει | είχαμε μυρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μυρώσει / να μυρώνω / να μυρώσω | να έχεις μυρώσει / να μυρώνεις / να μυρώσεις | να έχει μυρώσει / να μυρώνει / να μυρώσει | να έχουμε μυρώσει / να μυρώνουμε / να μυρώσουμε | να έχετε μυρώσει / να μυρώνετε / να μυρώσετε | να μυρώνουν / να μυρώνουνε / να μυρώσουν / να μυρώσουνε |
| Προστακτική | — | μύρωνε / μύρωσε | — | — | μυρώνετε / μυρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →