Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μυστακοφόρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει μουστάκι Βικιλεξικό
    • Ήταν μια καλαματιανή «μυστακοφόρος» κοντόχοντρη γεροντοκόρη, με γαμψή μύτη και μυωπικά γυαλιά σαν πατομπούκαλα (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Ετυμολογία

μυστακοφόρος < μύστακ(α) + -ο- + -φόρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμυστακοφόροςμυστακοφόρα / μυστακοφόροςμυστακοφόρο
Γενικήμυστακοφόρουμυστακοφόρας / μυστακοφόρουμυστακοφόρου
Αιτιατικήμυστακοφόρομυστακοφόρα / μυστακοφόρομυστακοφόρο
Κλητικήμυστακοφόρεμυστακοφόρα / μυστακοφόρεμυστακοφόρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμυστακοφόροιμυστακοφόρες / μυστακοφόροιμυστακοφόρα
Γενικήμυστακοφόρωνμυστακοφόρωνμυστακοφόρων
Αιτιατικήμυστακοφόρουςμυστακοφόρες / μυστακοφόρουςμυστακοφόρα
Κλητικήμυστακοφόροιμυστακοφόρες / μυστακοφόροιμυστακοφόρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →