μυστηριολογία
•
- λόγιοη μελέτη των (αρχαίων απόκρυφων) μυστηρίων Βικιλεξικό
- λόγιοο αποκρυφισμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυστηριολογία < μυστήρι(ο) + -ο- + -λογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μυστηριολογία | μυστηριολογίες |
| Γενική | μυστηριολογίας | μυστηριολογιών |
| Αιτιατική | μυστηριολογία | μυστηριολογίες |
| Κλητική | μυστηριολογία | μυστηριολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →