μυστικοπάθεια
•
- η τάση να κρατά κάποιος μυστικό αυτό που κάνει, νιώθει, σκέφτεται κλπ. σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη απόκρυψη γεγονότων ή εξελίξεων από το φως της δημοσιότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυστικοπάθεια < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μυστικοπάθεια | μυστικοπάθειες |
| Γενική | μυστικοπάθειας | μυστικοπαθειών |
| Αιτιατική | μυστικοπάθεια | μυστικοπάθειες |
| Κλητική | μυστικοπάθεια | μυστικοπάθειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →