Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μυστικοπάθεια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η τάση να κρατά κάποιος μυστικό αυτό που κάνει, νιώθει, σκέφτεται κλπ. σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηη απόκρυψη γεγονότων ή εξελίξεων από το φως της δημοσιότητας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μυστικοπάθεια < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμυστικοπάθειαμυστικοπάθειες
Γενικήμυστικοπάθειαςμυστικοπαθειών
Αιτιατικήμυστικοπάθειαμυστικοπάθειες
Κλητικήμυστικοπάθειαμυστικοπάθειες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →