Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μυστικός

/mis.tiˈkos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που ανήκει σε μυστική αστυνομία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μυστικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μυστικός (σχετικός με τα μυστήρια) < μύστης :* η θρησκευτική σημασία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μυστικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμυστική / μυστικός / μυστικόμυστικές / μυστικοί / μυστικά
Γενικήμυστικής / μυστικού / μυστικούμυστικών / μυστικών / μυστικών
Αιτιατικήμυστική / μυστικό / μυστικόμυστικές / μυστικούς / μυστικά
Κλητικήμυστική / μυστικέ / μυστικόμυστικές / μυστικοί / μυστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

μυστικός

/mis.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι κρυφός, που δεν είναι ανακοινώσιμος Βικιλεξικό
    • Ο δήμαρχος και οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι σύμβουλοι της δημοτικής ή τοπικής κοινότητας και οι εκπρόσωποι της τοπικής κοινότητας εκλέγονται κάθε πέντε (5) χρόνια με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία. (Νόμος 3852/2010, Νέα Αρχιτεκτονική της Αυτοδιοίκησης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης − Πρόγραμμα Καλλικράτης, ΦΕΚ A 87 - 07.06.2010)
  2. μυστικός Βικιλεξικό
  3. θρησκείαοπαδός της μυστικής θεολογίας Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μυστικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική μυστικός (σχετικός με τα μυστήρια) < μύστης :* η θρησκευτική σημασία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μυστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμυστικόςμυστικήμυστικό
Γενικήμυστικούμυστικήςμυστικού
Αιτιατικήμυστικόμυστικήμυστικό
Κλητικήμυστικέμυστικήμυστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμυστικοίμυστικέςμυστικά
Γενικήμυστικώνμυστικώνμυστικών
Αιτιατικήμυστικούςμυστικέςμυστικά
Κλητικήμυστικοίμυστικέςμυστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →