μυτάκι
•
- ψάριεδώδιμο ψάρι (Diplodus puntazzo) της οικογένειας των Σπαρίδων της Μεσογείου και του ανατολικού Ατλαντικού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυτάκι < μύτ(η) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μυτάκι | μυτάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | μυτάκι | μυτάκια |
| Κλητική | μυτάκι | μυτάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →