μυτιά
•
- χτύπημα με τη μύτη Βικιλεξικό
- ειδικότεραχτύπημα με τη μύτη του παπουτσιού Βικιλεξικό
- ειδικότεραράμφισμα Βικιλεξικό
- αργκόλήψη από τη μύτη πτητικού ή ναρκωτικού σε σκόνη, σνιφάρισμα Βικιλεξικό
- Απ' τη μυτιά που τράβαγα | άρχισα και βελόνι | και το κορμί μου άρχισε | σιγά σιγά να λιώνει (Ανέστος Δελιάς, «Ο πόνος του πρεζάκια»· ρεμπέτικο τραγούδι του 1936)
- αργκόμία δόση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μυτιά < μύτ(η) + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μυτιά | μυτιές |
| Γενική | μυτιάς | μυτιών |
| Αιτιατική | μυτιά | μυτιές |
| Κλητική | μυτιά | μυτιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →