Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μυωπικός

/mi.o.piˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με τη μυωπία ή το μύωπα Βικιλεξικό
    • Ήταν μια καλαματιανή «μυστακοφόρος» κοντόχοντρη γεροντοκόρη, με γαμψή μύτη και μυωπικά γυαλιά σαν πατομπούκαλα (Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ο δικαστής, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
  2. μεταφορικάπου δεν έχει διορατικότητα, που προσκολλάται στο παρελθόν και δεν μπορεί να προβλέψει νέες εξελίξεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μυωπικός < μύωπας

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμυωπικόςμυωπικήμυωπικό
Γενικήμυωπικούμυωπικήςμυωπικού
Αιτιατικήμυωπικόμυωπικήμυωπικό
Κλητικήμυωπικέμυωπικήμυωπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμυωπικοίμυωπικέςμυωπικά
Γενικήμυωπικώνμυωπικώνμυωπικών
Αιτιατικήμυωπικούςμυωπικέςμυωπικά
Κλητικήμυωπικοίμυωπικέςμυωπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →