Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μωαμεθανικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. θρησκείαπου έχει σχέση με τους μωαμεθανούς ή το ισλάμ ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μωαμεθανικός < μωαμεθαν(ός) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμωαμεθανικόςμωαμεθανικήμωαμεθανικό
Γενικήμωαμεθανικούμωαμεθανικήςμωαμεθανικού
Αιτιατικήμωαμεθανικόμωαμεθανικήμωαμεθανικό
Κλητικήμωαμεθανικέμωαμεθανικήμωαμεθανικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμωαμεθανικοίμωαμεθανικέςμωαμεθανικά
Γενικήμωαμεθανικώνμωαμεθανικώνμωαμεθανικών
Αιτιατικήμωαμεθανικούςμωαμεθανικέςμωαμεθανικά
Κλητικήμωαμεθανικοίμωαμεθανικέςμωαμεθανικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →