μωρολογώ
•
- λόγιολέω μωρολογίες, ανοησίες, ανόητες φλυαρίες Βικιλεξικό
- Όμως, ακριβώς πίσω μου, καθόταν ένας γεροπαραλυμένος που κινηματογραφούσε διαρκώς με μια κάμερα (παρόλο που απαγορεύεται) και μωρολογούσε ασταμάτητα καθ' όλη τη διάρκεια της βαρκάδας, με την διαπεραστική, εκνευριστική φωνή του (Λιζέτα Βρανά, Απόλυτα Κακό Βιβλίο, (Βιβλίο Δεύτερο) Το Εσωτερικό Μονοπάτι, 2016)
Ετυμολογία
μωρολογώ < (ελληνιστική κοινή) / μωρολογῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μωρολογώ | μωρολογείς | μωρολογεί | μωρολογούμε | μωρολογείτε | μωρολογούν / μωρολογούνε |
| Παρατατικός | μωρολογούσα | μωρολογούσες | μωρολογούσε | μωρολογούσαμε | μωρολογούσατε | μωρολογούσαν / μωρολογούσανε |
| Αόριστος | μωρολόγησα | μωρολόγησες | μωρολόγησε | μωρολογήσαμε | μωρολογήσατε | μωρολογήσαν / μωρολογήσανε / μωρολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα μωρολογήσω / θα μωρολογώ | θα μωρολογήσεις / θα μωρολογείς | θα μωρολογήσει / θα μωρολογεί | θα μωρολογήσουμε / θα μωρολογούμε | θα μωρολογήσετε / θα μωρολογείτε | θα μωρολογήσουν / θα μωρολογήσουνε / θα μωρολογούν / θα μωρολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω μωρολογήσει | έχεις μωρολογήσει | έχει μωρολογήσει | έχουμε μωρολογήσει | έχετε μωρολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα μωρολογήσει | είχες μωρολογήσει | είχε μωρολογήσει | είχαμε μωρολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω μωρολογήσει / να μωρολογήσω / να μωρολογώ | να έχεις μωρολογήσει / να μωρολογήσεις / να μωρολογείς | να έχει μωρολογήσει / να μωρολογήσει / να μωρολογεί | να έχουμε μωρολογήσει / να μωρολογήσουμε / να μωρολογούμε | να έχετε μωρολογήσει / να μωρολογήσετε / να μωρολογείτε | να μωρολογήσουν / να μωρολογήσουνε / να μωρολογούν / να μωρολογούνε |
| Προστακτική | — | μωρολόγει / μωρολόγησε | — | — | μωρολογήστε / μωρολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →