Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μωρολόγος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου λέει μωρολογίες, ανοησίες, ανόητες φλυαρίες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μωρολόγος < αρχαία ελληνική μωρολόγος < μωρός + -ο- + -λόγος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμωρολόγοςμωρολόγοςμωρολόγο
Γενικήμωρολόγου—μωρολόγου
Αιτιατικήμωρολόγο—μωρολόγο
Κλητικήμωρολόγε—μωρολόγο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήμωρολόγοι—μωρολόγα
Γενικήμωρολόγων—μωρολόγων
Αιτιατικήμωρολόγους—μωρολόγα
Κλητικήμωρολόγοι—μωρολόγα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →