Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μωρομάνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. προφορικόπου έχει αποκτήσει πρόσφατα παιδί Βικιλεξικό
    • Ἡ Λαθιούδαινα ἡ Μαρίγια, τὰ τέσσερα παιδιά της καὶ ἄλλα τρία τῆς κόρης, ποὺ συχνὰ μπερδεύονταν μὲ τὰ δικά της, καὶ δὲν τὰ ξεχώριζαν καὶ πολὺ οἱ δυὸ μωρομάνες. Τὰ μεταλλάζονταν κιόλας στὸ βυζί. Ἦταν ὅμως μαζί τους ἡ θειὰ Περμαχούλα, ἡ πεθερὰ τοῦ Λαθιοῦ, μιὰ γριὰ ἀδύνατη, πετσὶ καὶ κόκαλο, ἀμέτρητω χρονῶ σκαρί, ὡστόσο γερὴ καὶ σερπετὴ σὰν κοπέλα.
    • Την Έλλη δεν την εκτέλεσαν τελικά. Ο λόγος ήταν το μωρό της, θα έκανε κακή εντύπωση στην κοινή γνώμη να σκοτώσουν μια μωρομάνα.

Ετυμολογία

μωρομάνα < μωρό + -μάνα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμωρομάναμωρομάνες
Γενικήμωρομάνας—
Αιτιατικήμωρομάναμωρομάνες
Κλητικήμωρομάναμωρομάνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →