μωρουδίσματα
•
- σπάνιολέξεις ή πράξεις που λένε ή κάνουν τα μωρά ή ταιριάζουν σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μωρουδίσματα < μωρουδίζω + -ματα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μωρουδίσματα | μωρουδίσματα |
| Γενική | — | μωρουδισμάτων |
| Αιτιατική | — | μωρουδίσματα |
| Κλητική | — | μωρουδίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →