Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μωρουδίσματα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σπάνιολέξεις ή πράξεις που λένε ή κάνουν τα μωρά ή ταιριάζουν σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μωρουδίσματα < μωρουδίζω + -ματα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμωρουδίσματαμωρουδίσματα
Γενική—μωρουδισμάτων
Αιτιατική—μωρουδίσματα
Κλητική—μωρουδίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →