μωρουδίστικος
•
- ανεπίσημοπου χαρακτηρίζει ή ταιριάζει σε μωρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μωρουδίστικος < μωρούδ(ι) + -ίστικος. Δείτε και μωρουδίζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μωρουδίστικος | μωρουδίστικη | μωρουδίστικο |
| Γενική | μωρουδίστικου | μωρουδίστικης | μωρουδίστικου |
| Αιτιατική | μωρουδίστικο | μωρουδίστικη | μωρουδίστικο |
| Κλητική | μωρουδίστικε | μωρουδίστικη | μωρουδίστικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μωρουδίστικοι | μωρουδίστικες | μωρουδίστικα |
| Γενική | μωρουδίστικων | μωρουδίστικων | μωρουδίστικων |
| Αιτιατική | μωρουδίστικους | μωρουδίστικες | μωρουδίστικα |
| Κλητική | μωρουδίστικοι | μωρουδίστικες | μωρουδίστικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →