μωροφιλοδοξία
•
- το να είναι κάποιος μωροφιλόδοξος, η ιδιότητα του μωροφιλόδοξου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μωροφιλοδοξία < μωροφιλόδοξος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μωροφιλοδοξία | μωροφιλοδοξίες |
| Γενική | μωροφιλοδοξίας | μωροφιλοδοξιών |
| Αιτιατική | μωροφιλοδοξία | μωροφιλοδοξίες |
| Κλητική | μωροφιλοδοξία | μωροφιλοδοξίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →