μωσαϊκό
•
- οικοδομικήπάτωμα που έχει προέλθει από το τρίψιμο της επιφάνειας συμπαγούς μάζας χρωματισμένου τσιμέντου και χαλικιών διαφόρων μεγεθών με αποτέλεσμα να δίνει την αίσθηση του ψηφιδωτού Βικιλεξικό
- Το σαλόνι έχει μωσαϊκό και οι κρεβατοκάμαρες παρκέ.
- τέχνηψηφιδωτό Βικιλεξικό
- μεταφορικάχαρακτηρισμός συνόλου ομοειδών αντικειμένων που έχουν ανομοιογένεια μεταξύ τους Βικιλεξικό
- γλυκόμε σοκολάτα και μπισκότα, περισσότερο γνωστό ως κορμός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μωσαϊκό < λόγιο δάνειο από την ιταλική mosaico ή από τη γαλλική mosaique (κατάληξη -ικός) < μεσαιωνική λατινική mosaicum (opus mosaicum, ψηφιδογραφία σπηλαίων αφιερωμένων στις Μούσες) < υστερολατινική musicum αντί του musivum, ουδέτερο του musicus < λατινική Musa < αρχαία ελληνική Μοῦσα. Χαρακτηρίζεται και ως αντιδάνειο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μωσαϊκό | μωσαϊκά |
| Γενική | μωσαϊκού | μωσαϊκών |
| Αιτιατική | μωσαϊκό | μωσαϊκά |
| Κλητική | μωσαϊκό | μωσαϊκά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →