Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μόδι

/ˈmo.ði/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοπαλαιά μονάδα μέτρησης χωρητικότητας για στεγνά προϊόντα, ιδίως σιτηρά, δημητριακά και ξηρούς καρπούς, με ισοδυναμία που ποίκιλλε ανάλογα με τον τόπο και την εποχή Βικιλεξικό
  2. παρωχημένοπαλαιά μονάδα μέτρησης επιφάνειας ή έκτασης γης, συνδεδεμένη συνήθως με την ποσότητα σπόρου που απαιτούνταν για τη σπορά της Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μόδι < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική μόδιον / μόδιος / μόδιν < ελληνιστική κοινή μόδιος < λατινική modius < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *med– (μέτρο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμόδιμόδια
Γενικήμοδιούμοδιών
Αιτιατικήμόδιμόδια
Κλητικήμόδιμόδια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →