μόδι
•
- παρωχημένοπαλαιά μονάδα μέτρησης χωρητικότητας για στεγνά προϊόντα, ιδίως σιτηρά, δημητριακά και ξηρούς καρπούς, με ισοδυναμία που ποίκιλλε ανάλογα με τον τόπο και την εποχή Βικιλεξικό
- παρωχημένοπαλαιά μονάδα μέτρησης επιφάνειας ή έκτασης γης, συνδεδεμένη συνήθως με την ποσότητα σπόρου που απαιτούνταν για τη σπορά της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μόδι < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική μόδιον / μόδιος / μόδιν < ελληνιστική κοινή μόδιος < λατινική modius < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *med– (μέτρο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μόδι | μόδια |
| Γενική | μοδιού | μοδιών |
| Αιτιατική | μόδι | μόδια |
| Κλητική | μόδι | μόδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →