μόκα
•
- καφέςποικιλία καφέ Βικιλεξικό
- ποτόιταλικό ρόφημα καφέ με γάλα, που περιέχει σοκολάτα (ή κακάο) (από την ιταλική: mocaccino) Βικιλεξικό
- καφετιέρα κουζίνας (σκεύος, μπρίκι) που χρησιμεύει στην παρασκευή καφέ εσπρέσο (ρόφημα) (από την ιταλική: moka) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μόκα < αγγλική mocha < αραβική: المخا (al-Mukhā, Μόκα), λιμάνι της Υεμένης στην Ερυθρά Θάλασσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μόκα | μόκες |
| Γενική | μόκας | — |
| Αιτιατική | μόκα | μόκες |
| Κλητική | μόκα | μόκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →