Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μόνε

/ˈmo.ne/επίρρημα
•
  1. ιδιωματικόμόνο, μονάχα Βικιλεξικό
    • 19ος αιώνας ⌘ Διονύσιος Σολωμός, Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, σχεδίασμα Β, 6
    • 20ος αιώνας ⌘ Κώστας Βάρναλης, «Απ’ τον άλλον κόσμο», στίχ.38, Ποιητικά @greek-language.gr
    • Εγώ δεν τα ΄διωξα τα παιδιά, μόνε τούς έκαμα την παρατήρηση να μην πειράζουν τα δέντρα”. (@lexikolefkadas)

Ετυμολογία

μόνε < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μόνε ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →