μόνιππο
•
- μέσο μεταφορώντο όχημα (άμαξα) που σέρνεται από ένα μόνο άλογο Βικιλεξικό
- Τραμβάι και τραμβαγιέρηδες, ράθυμες βικτόριες, μόνιππα, κουδουνάτα μπιχλιμπιδάτα λαντό πηγαινοέρχονταν φουριόζικα αλέγκρα κουβαλώντας τους καλοζωισμένους άρχοντές της στην αποβάθρα (Βασίλης Ι. Τζανακάρης, Εάλω η Σμύρνη. Δακρυσμένη Μικρασία 1919-1922, εκδ. Μεταίχμιο, 2022 https://books.google.gr/books?id=jCZcEAAAQBAJ&pg=PT51&lpg=PT51&dq=%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%B9&source=bl&ots=rITeKA_vAO&sig=ACfU3U1U1Kvq2Q28WP5lYZFMJJMAY4UtDA&hl=en&sa=X&ved=2ahUKEwjzu6OZn8H2AhW_h_0HHX0dAiIQ6AF6BAghEAM#v=onepage&q=%CF%84%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%B9&f=false)
Ετυμολογία
μόνιππο < μόν- + ίππ(ος) + -ο, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική à un cheval ή από την αγγλική one-horse. Διαφορετικη η αρχαία ελληνική μόνιππος (άλογο χωρίς ταίρι, άλογο ιππασίας).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μόνιππο | μόνιππα |
| Γενική | μόνιππου | μόνιππων |
| Αιτιατική | μόνιππο | μόνιππα |
| Κλητική | μόνιππο | μόνιππα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →