μόνιτορ
•
- συσκευή μετάδοσης εικόνας από διάφορες πηγές και για διάφορους σκοπούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μόνιτορ < (άμεσο δάνειο) αγγλική monitor < λατινική monitor < monitus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος moneo < πρωτοϊταλική *moneō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *men- (σκέφτομαι)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →