μόνωτος
•
- για αγγείοπου έχει μια λαβή Βικιλεξικό
- Ο μόνωτος κάνθαρος αποτελεί αντιγραφή ετρουσκικού "bucchero", δηλ. αγγείου που αντέγραφε αντίστοιχο μεταλλικό σχήμα. Προοριζόταν για την αγορά της Δύσης. Το κύριο χαρακτηριστικό του ήταν το ψηλό πόδι, γι' αυτό θα μπορούσε να ονομαστεί και κάνθαρος με ψηλό πόδι.
- που έχει ένα αυτί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μόνωτος < αρχαία ελληνική μόνωτος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μόνωτος | μόνωτη | μόνωτο |
| Γενική | μόνωτου | μόνωτης | μόνωτου |
| Αιτιατική | μόνωτο | μόνωτη | μόνωτο |
| Κλητική | μόνωτε | μόνωτη | μόνωτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μόνωτοι | μόνωτες | μόνωτα |
| Γενική | μόνωτων | μόνωτων | μόνωτων |
| Αιτιατική | μόνωτους | μόνωτες | μόνωτα |
| Κλητική | μόνωτοι | μόνωτες | μόνωτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →