μόρα
•
- μυθολογίαστοιχειό της λαϊκής παράδοσης, που υποτίθεται ότι έρχεται στον ύπνο κάποιου και τον ακινητοποιεί Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηδυσφορία που επέρχεται κατά τη διάρκεια του ύπνου, εφιάλτης Βικιλεξικό
- η μελαχρινή γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μόρα < σλαβικής προέλευσης мора / mora < πρωτοσλαβική *mor / *mora < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mor-t- (θάνατος) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μόρα | μόρες |
| Γενική | μόρας | — |
| Αιτιατική | μόρα | μόρες |
| Κλητική | μόρα | μόρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →