Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μόρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μυθολογίαστοιχειό της λαϊκής παράδοσης, που υποτίθεται ότι έρχεται στον ύπνο κάποιου και τον ακινητοποιεί Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηδυσφορία που επέρχεται κατά τη διάρκεια του ύπνου, εφιάλτης Βικιλεξικό
  3. η μελαχρινή γυναίκα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μόρα < σλαβικής προέλευσης мора / mora < πρωτοσλαβική *mor / *mora < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *mor-t- (θάνατος) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμόραμόρες
Γενικήμόρας—
Αιτιατικήμόραμόρες
Κλητικήμόραμόρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →