μόρτης
•
- προφορικόο αλήτης, ο μάγκας Βικιλεξικό
- Άιντε ρε μόρτη, ρε Περαιώτη | με τ’ άσπρο ζωναράκι σου και με τον κόφτη | μ’ αυτή την τόση τη λεβεντιά σου | ποτέ δεν λείπει γκόμενα από κοντά σου
- Τσουγκρίσματα δυνατά, για ν’ ακουστούν και πιο δίπλα, να ξέρουν όλοι ότι διασκεδάζει ο Βάγγος εδώ πέρα, ο Βάγγος ο κουβαρντάς, ο ξηγημένος, ο μπεκιάρης, ο καρντάσης, ο μπεσαλής, ο μόρτης, ο αλήτης, ο άντρας. Μετά της κυρίας του φυσικά (Λένος Χρηστίδης, Η Μελαμψή Παρθένος, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
- παρωχημένοάνθρωπος που (είχε πάθει ανοσία στην πανούκλα και) προσέφερε τις υπηρεσίες του στην κοινότητα θάβοντας τους νεκρούς και περιθάλποντας τους ασθενείς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Έχουν προταθεί πολλές ετυμολογίες για τη λέξη: Είτε από την ιταλική beccamortο πληθυντικός beccamorti, με παράλειψη του α' συνθετικού ("τυμβωρύχος, νεκροθάφτης"). (becco ("ράμφος, σκαπτικό εργαλείο") < λατινικήbeccus + morto ("νεκρός") < λατινικήmors) Είτε τουρκικής προέλευσης, από την morti (morto ⁽ᵗʳ⁾ πεθαμένος) + -ς ή κατ' άλλη άποψη, λαϊκή, από την τουρκική mortu, morto. Και οι δύο λέξεις ανάγονται στην ιταλικήmorti, πληθυντικός του morto ("πεθαμένος") Είτε από τη ιδιωματική πιτσικαμόρτης (όπως στο κερκυραϊκό ιδίωμα), η οποία προέρχεται από την βενετική (pizzicamorte) (δείτε τη Συζήτηση:μόρτης)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μόρτης | μόρτες / μόρτηδες |
| Γενική | μόρτη | μόρτηδων |
| Αιτιατική | μόρτη | μόρτες / μόρτηδες |
| Κλητική | μόρτη | μόρτες / μόρτηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →