Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μόρτης

/ˈmoɾ.tis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόο αλήτης, ο μάγκας Βικιλεξικό
    • Άιντε ρε μόρτη, ρε Περαιώτη | με τ’ άσπρο ζωναράκι σου και με τον κόφτη | μ’ αυτή την τόση τη λεβεντιά σου | ποτέ δεν λείπει γκόμενα από κοντά σου
    • Τσουγκρίσματα δυνατά, για ν’ ακουστούν και πιο δίπλα, να ξέρουν όλοι ότι διασκεδάζει ο Βάγγος εδώ πέρα, ο Βάγγος ο κουβαρντάς, ο ξηγημένος, ο μπεκιάρης, ο καρντάσης, ο μπεσαλής, ο μόρτης, ο αλήτης, ο άντρας. Μετά της κυρίας του φυσικά (Λένος Χρηστίδης, Η Μελαμψή Παρθένος, εκδ. Καστανιώτη, 2014)
  2. παρωχημένοάνθρωπος που (είχε πάθει ανοσία στην πανούκλα και) προσέφερε τις υπηρεσίες του στην κοινότητα θάβοντας τους νεκρούς και περιθάλποντας τους ασθενείς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Έχουν προταθεί πολλές ετυμολογίες για τη λέξη: Είτε από την ιταλική beccamortο πληθυντικός beccamorti, με παράλειψη του α' συνθετικού ("τυμβωρύχος, νεκροθάφτης"). (becco ("ράμφος, σκαπτικό εργαλείο") < λατινικήbeccus + morto ("νεκρός") < λατινικήmors) Είτε τουρκικής προέλευσης, από την morti (morto ⁽ᵗʳ⁾ πεθαμένος) + -ς ή κατ' άλλη άποψη, λαϊκή, από την τουρκική mortu, morto. Και οι δύο λέξεις ανάγονται στην ιταλικήmorti, πληθυντικός του morto ("πεθαμένος") Είτε από τη ιδιωματική πιτσικαμόρτης (όπως στο κερκυραϊκό ιδίωμα), η οποία προέρχεται από την βενετική (pizzicamorte) (δείτε τη Συζήτηση:μόρτης)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμόρτηςμόρτες / μόρτηδες
Γενικήμόρτημόρτηδων
Αιτιατικήμόρτημόρτες / μόρτηδες
Κλητικήμόρτημόρτες / μόρτηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →