μόστρα
•
- το τμήμα ενός πράγματος που φαίνεται και καθορίζει τη γενική εντύπωση που αυτό δίνει Βικιλεξικό
- για μόστρα: για επίδειξη, για βιτρίνα, για εντυπωσιασμό
- Πας ας πούμε σε ένα σικ εστιατόριο και παραγγέλλεις αστακό. Έχουν στη βιτρίνα δύο ζωντανούς για μόστρα και οι υπόλοιποι είναι στην κατάψυξη παραγεμισμένοι με σελάχι και μπρασκοουρά. (από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010)
- το πρόσωπο, η φάτσα Βικιλεξικό
- μωρέ μόστρα που 'χει για καλλιστεία! (σκωπτικά)
- ναυτικός όρος: το δείγμα φορτίου που περιέφερε παλιότερα ο καπετάνιος πλοίου στα πόρτα (λιμάνια), σε παλαιότερες εποχές όταν ο ίδιος φρόντιζε για την πώλησή του φορτίου. Βικιλεξικό
- ναυτικός όρος: το σημείο απόθεσης του παραπάνω δείγματος, συσκευασμένο ή μη, που μπορεί να ήταν πάνω στο κατάστρωμα, ή στον προβλήτα μπροστά στο πλοίο ή το καΐκι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μόστρα < μεσαιωνική ελληνική μόστρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική mostra
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μόστρα | μόστρες |
| Γενική | μόστρας | — |
| Αιτιατική | μόστρα | μόστρες |
| Κλητική | μόστρα | μόστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →