Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

μόσχευμα

/ˈmo.sçev.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. όργανο ή ιστός που μεταμοσχεύεται σε άλλο οργανισμό Βικιλεξικό
    • Συγκριτική μελέτη της σύνδεσης αυτογενούς οστικού μοσχεύματος με διαφορετικής επεξεργασίας εμφυτεύματα. Ιστολογική μελέτη (Αλέξανδρος Βέης, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, 2002 https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/14773)
  2. υγιής ιστός που αφαιρείται από την αρχική του θέση και τοποθετείται αλλού για να βοηθήσει στην ανάπλαση ενός ασθενούντος ιστού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

μόσχευμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μόσχευμα. Συγκρίνετε με το λαϊκό μόσκεμα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήμόσχευμαμοσχεύματα
Γενικήμοσχεύματοςμοσχευμάτων
Αιτιατικήμόσχευμαμοσχεύματα
Κλητικήμόσχευμαμοσχεύματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →